σκληρία

[аклириа] ουσ. Θ. отсутствие наследников, потомков.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "σκληρία" в других словарях:

  • σκληρία — σκληρίᾱ , σκληρία hardness fem nom/voc/acc dual σκληρίᾱ , σκληρία hardness fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκληρίᾳ — σκληρίᾱͅ , σκληρία hardness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκληρία — η, ΝΑ [σκληρός] 1. η ιδιότητα τού σκληρού, η σκληρότητα 2. ιατρ. κάθε σκλήρυνση ιστού ή οργάνου η οποία γίνεται αντιληπτή με ψηλάφιση, σκλήρωμα αρχ. 1. (ιδίως για το σώμα) σκληράδα, ανθεκτικότητα, δύναμη 2. μτφ. α) αναλγησία, απονιά β)… …   Dictionary of Greek

  • σκληριά — η, Ν [σκληρίζω] γοερή κραυγή, τσύρισμα, στριγγλιά …   Dictionary of Greek

  • σκληρίας — σκληρίᾱς , σκληρία hardness fem acc pl σκληρίᾱς , σκληρία hardness fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκληρίαν — σκληρίᾱν , σκληρία hardness fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκληριῶν — σκληρία hardness fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκληρίαις — σκληρία hardness fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκληρίη — σκληρία hardness fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκληρίης — σκληρία hardness fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.